0
0
0
s2sdefault

Με τον όρο Εθνικές Σχολές, εννοούμε την τάση των συνθετών της εποχής, να χρησιμοποιούν στη μουσική τους στοιχεία της παραδοσιακής μουσικής των χωρών τους, χωρίς όμως να αποφεύγουν να δανείζονται στοιχεία και από τη δύση, ακολουθώντας τα μοτίβα της Κλασικής Ευρωπαϊκής Μουσικής. Μια από τις πιο σημαντικές Σχολές είναι η Ρωσική που ξεκινά από το 1836 όπου ανεβαίνει στην Αγία Πετρούπολη το έργο του Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Γκλίνκα (1804-1857) "Μια ζωή για τον Τσάρο", που σημαδεύει το ξεκίνημα της έντεχνης μουσικής στη Ρωσία. Τα αχνάρια του ακολουθούν αρκετοί Ρώσοι συνθέτες, ενώ είναι πολύ γνωστή μια ομάδα από πέντε Ρώσους συνθέτες:

Άλλες σημαντικές Εθνικές Σχολές και οι εκπρόσωποί τους ήταν:

Ο Μοντέστ Μουσόργκσκι (ρωσικά: Модест Петрович Му́соргский, η ακριβής προφορά σύμφωνα με το ΔΦΑ είναι [mɐˈdʲest ˈmusərkskʲɪj], Κάρεβο, 21 Μαρτίου 1839Αγία Πετρούπολη, 28 Μαρτίου 1881) ήταν Ρώσος συνθέτης, μέλος της περίφημης Ομάδας των Πέντε. Υπήρξε ένας από τους καινοτόμους της εθνικής μουσικής της Ρωσίας κατά τη Ρομαντική περίοδο, για την οποία αγωνίστηκε σκληρά, αψηφώντας -αρκετές φορές με εμφατικό τρόπο- τους καθιερωμένους κομφορμισμούς της εποχής του, σχετικά με την έντεχνη Δυτική μουσική. Τα -σχετικά λιγοστά- έργα του είναι εμπνευσμένα από την ιστορία και τις παραδόσεις της πατρίδας του, γεμάτα δύναμη, εσωτερική νοσταλγία και τρυφερότητα και, αντικατοπτρίζουν την «ψυχή» του μέσου Ρώσου της εποχής. Τα γνωστότερα έργα του είναι η όπερα Μπορίς Γκοντουνόφ, το έργο για πιάνο Εικόνες από μια Έκθεση και το αριστουργηματικό συμφωνικό ποίημα Νύχτα Στο Φαλακρό Βουνό. Για πολλά χρόνια, τα έργα του Μουσόργκσκι ήσαν γνωστά από τις μεταγραφές τους από άλλους συνθέτες. Σήμερα καταβάλλεται προσπάθεια να αποδοθεί ο χαρακτήρας τους μέσα από τις πρώτες, «απείραχτες» παρτιτούρες, στην αυθεντική τους μορφή.

Ο Μίλι Αλεξέγεβιτς Μπαλάκιρεφ (λανθασμένος τονισμός Μπαλακίρεφ, Milij Aleksejevič Balakirev, ρωσικά: Ми́лий Алексе́евич Бала́кирев Νίζνι Νόβγκοροντ, 2 Ιανουαρίου 1837 [i]Αγία Πετρούπολη, 29 Μαΐου 1910 [ii]) ήταν Ρώσος συνθέτης, πιανίστας και διευθυντής ορχήστρας, αρχηγική μορφή της Ρωσικής Εθνικής Σχολής κατά το τρίτο τέταρτο του 19ου αιώνα. [9] Ξεκίνησε την καριέρα του ως ηγετική φιγούρα, επεκτείνοντας τη συγχώνευση της παραδοσιακής λαϊκής μουσικής και των πειραματικών, κλασικών μουσικών πρακτικών που ξεκίνησε ο συνθέτης Μιχαήλ Γκλίνκα. Στην εξέλιξη, ο Μπαλάκιρεφ ανέπτυξε μουσικά στυλ, τα οποία μπορούσαν να εκφράσουν «απροκάλυπτο» εθνικιστικό συναίσθημα. Μετά από μια νευρική κατάρρευση και την επακόλουθη μακρόχρονη απουσία, επέστρεψε στην κλασσική μουσική αλλά δεν απολάμβανε το ίδιο επίπεδο επιρροής, όπως πριν. Σε συνεργασία με τον κριτικό και συν-ιδεολόγο στις εθνικές μουσικές τάσεις, Β. Στασόφ (Vladimir Stasov), στα τέλη της δεκαετίας του 1850 και στις αρχές της δεκαετίας του 1860, ο Μπαλάκιρεφ σχημάτισε μια ομάδα συνθετών, γνωστών σήμερα ως Η Ομάδα των Πέντε. Για αρκετά χρόνια, υπήρξε ο μόνος επαγγελματίας μουσικός της ομάδας, με τους υπολοίπους να παραμένουν σε «ερασιτεχνικά» πλαίσια, περιορισμένοι στα εκπαιδευτικά τους καθήκοντα, παρά τις μεγάλες συνθετικές τους ικανότητες. Τούς μετέδωσε τις μουσικές πεποιθήσεις του, οι οποίες συνέχισαν να καθοδηγούν τη μουσική σκέψη τους, για πολύ καιρό αφού έφυγε από την ομάδα το 1871, και ενθάρρυνε τις συνθετικές τους προσπάθειες. Ως συνθέτης, ο Μπαλάκιρεφ συνήθιζε να ολοκληρώνει τα μεγάλα έργα του πολλά χρόνια μετά το ξεκίνημά τους. Συχνά, πολλές μουσικές ιδέες που συναντώνται στα έργα των Ρίμσκι-Κόρσακοφ και Μποροντίν προέρχονται από συνθέσεις του Μπαλάκιρεφ, τις οποίες ο ίδιος έπαιζε σε ανεπίσημες συναντήσεις της «Ομάδας των Πέντε». Ωστόσο, ο αργός ρυθμός για την ολοκλήρωση των έργων του, τού στέρησε την αξιοπιστία για την εφευρετικότητά του, οπότε τα κομμάτια που θα είχαν απολαύσει επιτυχία εάν είχαν ολοκληρωθεί στη δεκαετία του 1860 και του 1870 είχαν, τελικά, πολύ μικρότερο αντίκτυπο στο κοινό. Αντιφατική προσωπικότητα και με πολλές ιδεοληψίες, ο Μπαλάκιρεφ, με μεθόδους που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν έως και δικτατορικές παρήγαγε, μολαταύτα, εντυπωσιακά αποτελέσματα, όπως φαίνεται από τα μεγάλα έργα που καθιέρωσαν τη φήμη των συνθετών της «Ομάδας των Πέντε», ξεχωριστά, αλλά και ως σύνολο.

Ο Νικολάι Αντρέγιεβιτς Ρίμσκι-Κόρσακοφ (Никола́й Андре́евич Ри́мский-Ко́рсаков, προφορά σύμφωνα με το ΔΦΑ: [nʲɪkəˈlaj ˈrʲimskʲɪj ˈkorsəkəf]), 18 Μαρτίου 1844 - 21 Ιουνίου 1908) ήταν Ρώσος συνθέτης, δάσκαλος αρμονίας και ενορχήστρωσης και καθηγητής σύνθεσης στο Ωδείο της Πετρούπολης. Γεννήθηκε στις 18 Μαρτίου 1844 (6 Μαρτίου 1844 σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο) στην πόλη Τίχβιν της Ρωσίας, 200 χλμ ανατολικά της Αγίας Πετρούπολης. Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια και ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως αξιωματικός του Ναυτικού. Ο Ρίμσκι-Κόρσακοφ ήταν ένας από τα μέλη της «Ομάδας των Πέντε», μαζί με τους Μίλι Μπαλάκιρεφ (1837 - 1910), Αλεξάντρ Μποροντίν (1833 - 1887), Σεζάρ Κούι (1835 - 1918) και Μοντέστ Μουσόργκσκι (1839 - 1881). Οι πέντε συνθέτες, με βάση τους την Αγία Πετρούπολη, επεδίωκαν την ανεξαρτησία της ρωσικής μουσικής από τα δυτικότροπα πρότυπα, θέλοντας να δημιουργήσουν ένα πραγματικά ρωσικό μουσικό ύφος. Η θεματολογία του Ρίμσκι-Κόρσακοφ για τις όπερές του και τα άλλα μουσικά έργα του, όπως και των άλλων μελών της «Ομάδας των Πέντε», ήταν επηρεασμένη από το ρομαντισμό του Μπερλιόζ, πολύ αγαπητού συνθέτη στη Ρωσία, καθώς και από τη ρωσική λαϊκή μουσική του Γκλίνκα, διανθισμένη μερικές φορές με στοιχεία οριενταλισμού. Αντλούσε την έμπνευσή του από την κλασική ρωσική λογοτεχνία του 19ου αιώνα, τα λαϊκά διηγήματα και τα παραδοσιακά ρωσικά παραμύθια και την ιστορία της Ρωσίας. Θεωρείται ένας από τους θεμελιωτές της εθνικής ρωσικής μουσικής. Ανάμεσα στους μαθητές του συγκαταλέγονται οι Προκόφιεφ, Γκλαζουνόφ, Στραβίνσκι και Ρεσπίγκι. Ως διευθυντής ορχήστρας έκανε πολλές εμφανίσεις στο εξωτερικό αποκαλύπτοντας τη ρωσική μουσική στους νεαρούς Ευρωπαίους συνθέτες. Στο έργο του συμπεριλαμβάνονται 15 όπερες, πολλά έργα μουσικής δωματίου, κονσέρτα και άλλα. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η συμβολή του στη συγκέντρωση συλλογών λαϊκών τραγουδιών. Από το συγγραφικό του έργο ξεχωρίζει το «Εγχειρίδιο ενορχήστρωσης». Έγραψε επίσης το αυτοβιογραφικό έργο «Χρονικό της μουσικής μου ζωής». Ο Ρίμσκι-Κόρσακοφ πέθανε, μετά από σοβαρές κρίσεις στηθάγχης, στο Λιούμπενσκ (Lyubensk) στις 21 Ιουνίου 1908 (8 Ιουνίου 1908 σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο). Είναι θαμμένος στο Κοιμητήριο Τίχβιν (Tikhvin) της Μονής Αλέξανδρου Νιέφσκι στην Αγία Πετρούπολη, δίπλα στους τάφους των Ρώσων συνθετών Μουσόργκσκι, Μποροντίν, Κούι, Γκλίνκα και Τσαϊκόφσκι.

Ο Έντβαρντ Γκρηγκ (Edvard Hagerup Grieg, Μπέργκεν, 15 Ιουνίου 1843 - 4 Σεπτεμβρίου 1907) ήταν Νορβηγός συνθέτης και πιανίστας, ένας από τους σπουδαιότερους Σκανδιναβούς συνθέτες της γενιάς του. Έγραψε κυρίως λυρικά έργα, τραγούδια και συνθέσεις για πιάνο, που συνδυάζουν στοιχεία από την παραδοσιακή νορβηγική μουσική και τη ρομαντική μουσική[14]. Ξεχωρίζουν το Κοντσέρτο για πιάνο (Op. 16) και το Κουαρτέτο Εγχόρδων Νο. 1 (Op. 27).

Ο Γιαν (ή Ζαν) Σιμπέλιους (Jean Sibelius, 8 Δεκεμβρίου 1865 - 20 Σεπτεμβρίου 1957) ήταν Φινλανδός συνθέτης. Άρχισε να σπουδάζει νομικά, αλλά γρήγορα τα παράτησε και άρχισε μουσικές σπουδές στο Ελσίνκι και μετά στο Βερολίνο και στη Βιέννη. Τα έργα του αρχικά ήταν εμπνευσμένα από τη γερμανική μουσική, γρήγορα όμως στράφηκε προς τους μύθους της πατρίδας του και έγινε το σύμβολο του φινλανδικού εθνικισμού. Το 1892 έγραψε το συμφωνικό του ποίημα «Κούλεβρο», για το οποίο πήρε ισόβια επιχορήγηση από τη φινλανδική κυβέρνηση. Σπουδαία έργα του είναι οι 7 συμφωνίες του, τα συμφωνικά ποιήματά του: «Μια σάγα», «Καρελία», «Ο κύκνος της Τουονέλας», «Φινλανδία», με το οποίο ο Σιμπέλιους έγινε γνωστός σ' όλο τον κόσμο. Όμως, παρόλη την επιτυχία του, το 1904 αποσύρθηκε σ' ένα χωριό, όπου συνέθεσε τα πιο πολλά κομμάτια του.

Ο Μπέντριχ Σμέτανα (τσέχικα: Bedřich Smetana, Λιτόμισλ 2 Μαρτίου 1824 - Πράγα 12 Μαΐου 1884) ήταν Τσέχος μουσικοσυνθέτης του Ρομαντισμού. Είναι γνωστός για το συμφωνικό ποίημά του Vltava (Μολδάβας), το δεύτερο από τα 6 της συλλογής Má vlast ("Η χώρα μου"), και για την όπερά του Η ανταλλαγμένη νύφη. Έγραψε 8 όπερες, 6 συμφωνικά ποιήματα με τον γενικό τίτλο Η Πατρίδα μου, ένα τρίο με πιάνο, 2 κουαρτέτα για έγχορδα, πολλά έργα για πιάνο (πόλκες και τσέχικοι χοροί), χορικά και μελωδίες.

Κατάλογος σημαντικών έργων όπερας

  • Braniboři v Čechách ("Οι Βρανδεβούργιοι στη Βοημία")
  • Prodaná nevěsta ("Η πουλημένη μνηστή")
  • Dalibor ("Νταλιμπόρ")
  • Libuše ("Λιμπούσα")
  • Dvě vdovy ("Οι δύο χήρες")
  • Hubička ("Το φιλί")
  • Tajemství ("Το μυστικό")
  • Čertova stěna ("Ο τοίχος του διαβόλου")

Ο Σμέτανα ήταν γιος ζυθοποιού. Μελέτησε το πιάνο και το βιολί από νεαρή ηλικία, και έπαιξε σε ένα ερασιτεχνικό κουαρτέτο με άλλα μέλη της οικογένειάς του. Υπήρξε μαθητής σε γυμνάσιο του Πίλζεν το 1840-1843. Σπούδασε μουσική στην Πράγα, παρά την αρχική αντίδραση του πατέρα του. Εξασφάλισε μια θέση ως κύριος μουσικός σε μια ευγενή οικογένεια, και το 1848 έλαβε χρήματα από τον Φραντς Λιστ για να συνεχισει τις σπουδες του. Το 1856, ο Σμέτανα κινήθηκε προς το Γκέτεμποργκ της Σουηδίας, όπου δίδαξε και διεύθυνε. Το 1863, γύρισε πίσω στην Πράγα, άνοιξε ένα νέο σχολείο μουσικής και αφιερώθηκε στην προώθηση της τσεχικής μουσικής. Από το 1875 έζησε στο μικρό χωριό Jabkenice. Το 1883 ο Σμέτανα εμφάνισε σταδιακή επιδείνωση της ψυχικής του υγείας, και οι ψυχικές του διαταραχές τον οδήγησαν σε ψυχιατρείο στην Πράγα, όπου πέθανε το επόμενο έτος. Ο Σμέτανα ήταν ο πρώτος συνθέτης που εγράψε μουσική σε συγκεκριμένα τσέχικα θέματα και χαρακτήρα. Πολλές από τις όπερές του είναι βασισμένες σε τσεχικούς μύθους, με πιο γνωστή την κωμωδία της ανταλλαγμένης νύφης (1866). Χρησιμοποίησε πολλούς τσεχικούς ρυθμούς χορού και οι μελωδίες του μερικές φορές μοιάζουν με τα λαϊκά τραγούδια της Τσεχίας. Άσκησε μεγάλη επιρροή στον Αντονίν Ντβόρζακ, ο οποίος χρησιμοποίησε επισης τσεχικά θέματα στα έργα του. Κάθε χρόνο, στην επέτειο του θανάτου του, ξεκινάει το Διεθνές μουσικό φεστιβάλ της Πράγας.

Ο Αντονίν Λέοπολντ Ντβόρζακ (τσέχικα: Antonín Leopold Dvořák, [ˈantɔɲiːn ˈlɛɔpɔld ˈdvɔr̝aːk]  γενν. 8 Σεπτεμβρίου 1841 - θαν. 1 Μαΐου 1904) ήταν Τσέχος συνθέτης της ρομαντικής περιόδου, που χρησιμοποίησε στο έργο του το μουσικό ιδίωμα και τις μελωδίες της Μοραβίας και της γενέτειράς του, Βοημίας. Τα έργα του περιλαμβάνουν όπερες, συμφωνική και χορωδιακή μουσική και μουσική δωματίου. Μερικά από τα γνωστότερα έργα του είναι η Συμφωνία του Νέου Κόσμου, οι Σλαβονικοί Χοροί, το Αμερικάνικο Κουαρτέτο Εγχόρδων και το Κονσέρτο για τσέλο σε Σι ελάσσονα.

O Λέος Γιάνατσεκ (Leoš Janáček, 3 Ιουλίου 1854 – 12 Αυγούστου 1928) ήταν Τσέχος συνθέτης, θεωρητικός της μουσικής, λαογράφος και δάσκαλος. Εμπνεύστηκε από τη μοραβική και σλαβική παραδοσιακή μουσική και δημιούργησε ένα νέο πρωτότυπο και σύγχρονο μουσικό ρυθμό.[12] Μέχρι το 1895, αφιερώθηκε στην λαογραφική έρευνα και τα πρώτα του μουσικά έργα ήταν επηρεασμένα από σύγχρονούς του συνθέτες όπως ο Αντονίν Ντβόρζακ.[12] Τα επόμενα, πιο ώριμα έργα του, ενσωματώνουν τις προηγούμενες μελέτες του στην παραδοσιακή μουσική, με αποτέλεσμα τη δημιουργία πρωτότυπης σύνθεσης, η οποία γίνεται πρώτη φορά αντιληπτή στην όπερα Γιένουφα, η οποία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1904 στο Μπρνο.[13] Η επιτυχία της Γένουφα στη Πράγα το 1916 έδωσε τον Γιάνατσεκ πρόσβαση στις μεγαλύτερες σκηνές όπερας ανά την υφήλιο.[14][15] Η ύστερη δουλειά του Γιάνατσεκ είναι η πιο αναγνωρισμένη. Αυτή περιλαμβάνει τις όπερες Κάτια Καμπάνοβα, Sinfonietta, Η πονηρή αλεπουδίτσα, γλαγολιτική λειτουργία, Υπόθεση Μακρόπουλος κ.ά. Μαζί με τον Αντονίν Ντβόρζακ και τον Μπέντριχ Σμέτανα, θεωρείται από τους σημαντικότερους Τσέχους συνθέτες.[12][16]